ΡΟΒΙΝΣΩΝ ΚΡΟΥΣΣΟΣ

Ο ΡΟΒΙΝΣΩΝ  ΚΡΟΥΣΟΣ , Ο ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ

 

                                                                Το να αποτύχεις να δεις την ελπίδα στον αγώνα για ένα καλύτερο αύριο είναι να είσαι σαν τον τυφλό που κοιτάζει μια ανατολή ηλίου.

 

Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι δημόσιες παραδοχές οικονομικών παραγόντων ότι η είσοδος της χώρας μας  στο Μηχανισμό Στήριξης της Τρόικα (ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ) και η επιβολή των Μνημονίων δεν ήταν μονόδρομος, αλλά ήταν μια καθαρή επιλογή των κυβερνήσεων Παπανδρέου-Παπαδήμου-Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη.

Μ αυτές τις δηλώσεις ένα σημαντικά μεγάλο μέρος του λαού αρχίζει να καταλαβαίνει ότι η οικονομική επιδείνωση της θέσης του δεν αποτελεί μια  έκτακτη, αλλά μια μόνιμη  πλέον διαδικασία.

Πρίν συνεχίσουμε όμως ας μεταφερθούμε νοερά μερικές εκαντοντάδες χρόνια πίσω για να κατανοήσουμε καλλίτερα το παρόν.

Κάπου στο μέσον του απέραντου ωκεανού, σ ένα καταπράσινο ακατοίκητο νησάκι,  βρίσκει καταφύγιο ένας ναυαγός. Εκεί μας μεταφέρει ο συγραφέας του βιβλίου ”Ροβινσών Κρούσος” Daniel Defoe διηγούμενος ίσως προσωπικές εμπειρίες.

Το διήγημα βέβαια  προορισμένο περισσότερο για την παιδική φαντασία θα εγείρει πολλές απορίες και θα μας κάνει να σκεφτούμε τι σχέση μπορεί να έχει με την σημερινή οικονομική κατάσταση και τα μνημόνια.

Ας δούμε λοιπόν την ιστορία αυτή με οικονομικά κριτήρια κι ας μας συγχωρέσουν οι μεγάλοι οικονομικοί φιλόσοφοι τυχόν παρερμηνείες που αν

γίνονται είναι για να καταλάβουμε οσο πιο απλά μπορούμε αν η κρίση που βιώνουμε είναι δικιά μας ή όχι.

Ο μοναχικός ναυαγός λοιπόν, στην προσπάθειά του για επιβίωση και  κάτω από περίεργες συνθήκες συναντά έναν ιθαγενή τον παίρνει μαζί του, τον ονομάζει Παρασκευά, τον υποδουλώνει με τη βία και τον υποχρεώνει να δουλεύει για αυτόν. Κάπως έτσι ξεκινάει η αδικία της υποδούλωσης του Παρασκευά.

Υπάρχει συνεπώς ο αφέντης Ροβινσώνας και ο σκλάβος εργαλείο Παρασκευάς.

Γίνεται εύκολα κατανοητό οτι η υποδούλωση του Παρασκευά αποσκοπεί στην εκμετάλλευση του προς όφελος του Κρούσου. Η υποδούλωση του Παρασκευά είναι βασική προυπόθεση γι αυτό.

Ο αφέντης λοιπόν παρέχει τα κατάλληλα εργαλεία και όπλα στον σκλάβο Παρασκευά, διαφορετικά θα ήταν άχρηστος αν δεν υπάρχουν στη διάθεση του κάποια μέσα παραγωγής κάποια εργαλεία και πρώτες ύλες, και σαν ανταμοιβή του παραχωρεί ένα μικρό μέρος απ αυτά που παρήγαγε με σκοπό να συντηρηθεί και να μην πεθάνει.

Ο Ροβινσώνας δηλαδή δίνει στον Παρασκευά τα μέσα επιβίωσης του και ο Παρασκευάς παράγει αγαθά μεγαλύτερης αξίας απ αυτά που καταναλώνει.

Βλέπουμε οτι στην  πραγματικότητα  δημιούργησε, οσο διάστημα έζησε πάνω σ αυτό το νησάκι, μια οικονομική μικρογραφία του κόσμου που ζούμε σήμερα.

Το δίδυμο αποτέλεσε απο μόνο του μια μικροοικονομία.

Ας γυρίσουμε και πάλι στο σήμερα και ας αντικαταστήσουμε τον Ροβινσώνα με την Τρόικα και το μνημόνιο και τον Παρασκευά με τους απλούς ανθρώπους της εργασίας, με μας δηλαδή.

Βέβαια ο Ροβινσώνας έχει αφήσει πια το κυνήγι στα παρθένα δάση, το έχει μεταφέρει στο πεδίο της κερδοσκοπίας.

Ο Παρασκευάς με την δουλειά του υπερσυσώρευσε πλούτη για τον Ροβινσώνα ο οποίος δεν μπορεί πια να βγάλει περισσότερο κέρδος απο τον υπερσυσωρευμένο πλούτο του κι έτσι μπαίνει σ ένα κύκλο ύφεσης.

Μαντέψτε τώρα ποιός είναι το άμεσο θύμα αυτής της ύφεσης. Το μεγάλο κορόιδο φυσικά. Ο Παρασκευάς.

Και να μαστε σημερα!

Ο Ροβινσώνας σαν καλός μάγειρας που είναι όμως κατασκεύασε μια τέλεια σούπα για να συμπληρώσει τα χαμένα κέρδη του.

Το Μνημόνιο.

Να πάρει δηλαδή απο τον Παρασκευά ακόμα κι εκείνα τα λίγα αγαθά που του παραχωρούσε προς ίδιον όφελος. Ετσι πρέπει να βγεί στην ανεργία, να μειώσει τις απαιτήσεις του για σύνταξη, και να ξεχάσει οτι στοιχειώδεις άλλες παροχές είχε.

Εν ολίγοις εξάπλωση φτώχειας και πείνας για τους ανθρώπους του μόχθου.

Οι μέρες που διανύουμε είναι και μέρες κοινωνικής αλληλεγγύης. Ήρθε η ώρα λοιπόν να καταλάβουμε οτι υπέρτατη πράξη αλληλεγγύης είναι ο αγώνας για ένα καλλίτερο αύριο.

Ο αγώνας αυτός για να είναι νικηφόρος πρέπει να στηρίζεται στην ενεργή συμμετοχή όλων μας και στην γνήσια έκφραση της δημοκρατικής θέλησης μας. Θα δικαιωθεί μόνο μέσα από κοινωνικούς αγώνες και συγκρούσεις με τις κυρίαρχες αντιλήψεις.

Ο αγώνας αυτός είναι δύσκολος γιατί διεξάγεται κάτω απο συνθήκες σαν τις σημερινές, είναι όμως  ο μοναδικός και ο πιο αποτελεσματικός από  άποψη προοπτικής.

Η συμμετοχή στους κοινωνικούς αγώνες δεν επιβάλλεται, ούτε διατηρείται με επιθυμίες, με εντολές και εκκλήσεις. Είναι  καθήκον μας.

Ας μην απογοητεύομαστε απο τις δυσκολίες, ας πλησιάσουμε, ας αγωνίστουμε και ας σταθούμε αλληλέγγιοι στούς κοινωνικούς αγώνες των εργαζομένων του  λαού μας, έχοντας εμπιστοσύνη στη δύναμη του.

Σήμερα για τον απόστρατο και τα  δίκαια αιτήματα του, τα παραπάνω είναι όροι της ύπαρξής του και της νίκης του ενάντια στην εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική της εξαθλίωσης. Ο λαός είναι ο πολλαπλασιαστικός του παράγοντας.

Είναι θεμέλιο και προϋπόθεση η συμμετοχή μας στους κοινωνικούς αγώνες ώστε να γίνουμε πιο δυνατοί, πιο ισχυροί, ικανοί να αντέχουμε στις θύελλες που έρχονται.

Ας μην καθίσουμε άλλο απαθείς στον καναπέ μας βλέποντας να περνάνε μπροστά μας λίστες με ληστές.

Είναι καιρός ο Παρασκευάς να αντιδράσει.

Ευάγγελος Κιούσης

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Συχνά πυκνά ακούς αγανακτισμένες συζητήσεις και φωνές γύρω.

‘’Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση. Αυτοί που μας κυβερνάνε είναι πολύ λίγοι. Δεν υπάρχουν ηγέτες πια’’.

‘’Αλλά και ποιός να μας κυβερνήσει?’’

Το ένα κόμμα έτσι, το άλλο αλλοιώς. Κι ο κατάλογος συνεχίζεται.

Σειρά παίρνει το συνδικαλιστικό κίνημα.

‘’Και τι θα βγεί αν κατέβω στην διαδήλωση αφού είναι όλοι πουλημένοι’’.

Δεν ακούς από κανένα όμως, μα κανέναν, να αναρωτιέται τι θα μπορούσε να κάνει ο ίδιος για να αλλάξει αυτή η κατάσταση.

Κουβέντα για προσωπικό ή κοινό αγώνα. ΄Ολοι περιμένουν ένα σωτήρα.

Λοιπόν σήμερα θα μιλησουμε για ένα μυστικό.

Ένα μυστικό που μπορεί να αλλάξει την ζωή όλων μας.

Και αυτό με απόλυτη βεβαιότητα, γιατί το μυστικό που πρόκειται να  αποκαλυφθεί αυτοί που μας κυβερνούν και που καθορίζουν σήμερα τις τύχες μας το γνωρίζουν πολύ καιρό τώρα.

Αιώνες πίσω ίσως.

Πως φτάσαμε σ’ αυτό; Χρησιμοποιώντας την γνώση, την λογική, την εμπειρία της ζωής και την ιστορία των λαικών αγώνων μέσα στον χρόνο.

Ακούστε το λοιπόν.

Δεν υπάρχουν σωτήρες.

Αυτό είναι. Τόσο απλά . Τόσο σύντομα.

Σωτήρες δεν υπήρξαν ποτέ για μας, τους απλούς ανθρώπους. Αυτοί που παρουσιάζονται μέχρι σήμερα σαν σωτήρες μας, έναν και μόνο έναν θέλουν να σώσουν. Για έναν και μόνο έναν ενδιαφέρονται. Τα αφεντικά τους. Ντόπια και ξένα.

Αυτοί που υποσχέθηκαν αλλά και που υπόσχονται πως θα μας σώσουν απο την φτώχεια, την εξαθλίωση, το κλέψιμο του ιδρώτα μας και πως θα ζήσουμε μέσα σε μια ισχυρή Ελλάδα αποδείχτηκαν απλά ψεύτες.

Και μείναμε ‘’άσωστοι’’ και εξαθλιωμένοι, αφημένοι να περιμένουμε τον σωτήρα. Τον Βενιζέλο, τον Πλαστήρα, τον Παπάγο, τον Εθνάρχη, τον Παπανδρέου πατέρα, γιό και εγγονό, ενώ μέσα στο μυαλό μας ήδη στριφογυρίζει ο επόμενος.

Φτάνει πιά. Όχι άλλο σώσιμο. Μπορούμε και πρέπει να γίνουμε εμείς οι σωτήρες του εαυτού μας. Μπορούμε και πρέπει να πάρουμε τις τύχες μας στα δικά μας χέρια.

Αν το πιστέψουμε αυτό ο κόσμος όλος θα αλλάξει.

Όλοι ονειρευόμαστε. Σε μια άκρη της ψυχής όλων μας ζεί ένα όνειρο. Ένα όνειρο που χρειάζεται την δύναμη και τον προσωπικό αγώνα του καθενός μας μας για να γίνει αληθινό.

Και στο όνειρο αυτό δεν χωράνε κανένος είδους σωτήρες.

 

 

ΑΠΟΓΕΜΑ

Μια γκαζιέρα να παλεύει την μελαγχολία του κυριακάτικου απογέματος

Μια μουσική γι αγάπες που σβήσαν χωρίς ανταπόκριση

Μια στάλα βροχής να χαράζει ένα μονοπάτι καθώς αφήνει

την λέξη ‘’γιατί’’ , που έγραψε ο πατέρας στο χνωτισμένο απ την ανάσα του τζάμι,

σαν να θέλει να δραπετεύσει απο την λύπη για ένα άλλο κόσμο, δίκαιο.

Κι η βροντή σαν ένας πελώριος αναστεναγμός να πλημυρίζει με δάκρια τα λασπερά δρομάκια της φτωχογειτονιάς μας.

Σπιτάκια μικρά, ζυμωμένα με λάσπη και χαμένα όνειρα. Κι εμείς παιδιά ακόμα να τρέχουμε, φωνάζοντας, με τα κοντά παντελόνια και τα τρύπια παπούτσια, καταπίνοντας τις νυφάδες του χιονιού  θέλωντας να διώξουμε την θλίψη απο τα μάτια της μάνας.

Κι ένα πρωί ο κυρ Χαρίλαος άνοιξε το παράθυρο και πέρασε στην αιωνιότητα.

Και γεμίσαμε με τα όνειρα μας στενά δωμάτια και παλιά λεωφορεία.

                                                Θα μας αποδοθούν άραγε κάποια μέρα?

Πράγματα ασήμαντα θα μου πείς που σημάδεψαν όμως την ζωή μας κι άνοιξαν την πόρτα στην ελπίδα.

Μέρες που πέρασαν κι όμως εξακολουθούν να μένουν πεισματικά κολημένες πάνω στο παλιό ημερολόγιο σαν  τα φτερά στο καπέλο της θείας Ευδοκίας.

Μέρες που αρνούνται να μας αποκαλύψουν που χάθηκε η δύναμη της νιότης μας, που πήγαν οι φωνές των παιδικών μας χρόνων.

Μα όλα θα εξηγηθούν ένα πρωινό. Ένας ταχυδρόμος θα αφήσει στην πόρτα μας ένα μάτσο κόκκινα ρόδα. Τα ονόματα των εκτελεσμένων συντρόφων.

θα αναρωτηθούμε αν ήρθε κιόλας η Άνοιξη. Θάναι ο καιρός όμως που θα αποδωθεί δικαιοσύνη γιατι το άρωμα των ρόδων είναι ανελέητο.

 Και τότε δεν θα χρειάζεται καμμιά αλήθεια να ειπωθεί πιά γιατί την θέση της θάχει πάρει το αναπόφευκτο.

IMIA

Η ανάμνηση σου γυρνάει
πάνω από τα φουρτουνιασμένα σκοτεινά νερά,
μέσα στις λυπημένες ψυχές μας.
Η θυσία σου μια λόγχη
βουτηγμένη στο αίμα μας.
Θάρθει όμως η μέρα της δικαίωσης.
Θα νικήσουμε.
Είναι γραφτό μας.
Τώρα η θάλασσα ας γαληνέψει το βλέμμα σου.
Ξέρω είσαι εκεί και μας κοιτάς.
Θα θυμάμαι.
Να το ξέρεις.
Την ώρα εκείνη που τα μάτια μας
θα βγάλουν φωτιά,
κι όχι δάκρυα,
Θα είσαι εκεί.

Για κείνους που γίνανε θυσία στα νησιά της αμφισβήτησης,  για κείνους που πέσανε για να φύγει η εξάρτηση και η ηττοπάθεια, για όλους εκείνους που αγωνίστηκαν για ένα καλύτερο αύριο.

Για κείνους που πολεμήσανε  για την ανεξαρτησία και την λευτεριά του Ελληνικού λαού,  για όλους εκείνους που πολέμησαν το άδικο και τον αυταρχισμό και που πέσαν μαχόμενοι.

Όλοι αυτοί είναι εδώ κι έχουν φωνή. Την δικιά μας φωνή.

 

ΝΥΧΤΕΣ

Νύχτωσε. Οι νύχτες έχουν πάντα μια δική τους ιστορία να πούν.
Έξω μια ακανόνιστη βροχή πέφτει σαν να προσπαθεί να ξεπλύνει τις αμαρτίες αλλοτινών εποχών για την ώρα της κρίσης.
Νυχτερινές περιπέτειες σε υγρά υπόγεια, βρώμικες πλατείες, σκοτεινά σοκάκια.
Ζητιάνοι σκυμμένοι, ακίνητοι με το χέρι απλωμένο να δείχνει πρός ένα δρόμο φανταστικό.
Που άραγε;
Νύχτες που απρόσκλητα φαντάσματα μας βασανίζουν δίχως οίκτο ζητώντας δικαίωση σαν να φταίμε εμείς που αργεί το ξημέρωμα.
Νύχτες που η ασήμαντη φωνή μας αποκτά νόημα όταν ενώνεται με τις φωνές των συντρόφων που πυροβολούν το πεπρωμένο.
Νύχτες που σαν μια μεγάλη εξέγερση μας δείχνουν την αυγή που όλα θα αρχίσουν ξανά.
Νύχτες με τριγμούς σε πόρτες που πίσω τους κλείδωσε η Αδικία λέξεις όπως αθώος, όνειρα, δικαιοσύνη.
Και ο πατέρας φεύγοντας μια νύχτα πήρε μαζί του το ανεκπλήρωτο των ονείρων του και την λησμονιά όλου του κόσμου.
Μιά νύχτα όμως θ´ ανέβω σ´ ένα αστέρι που πέφτει, θα σε πάρω μαζί μου για να σου δείξω έναν άλλο κόσμο.
Ένα κόσμο που σου ανήκει.
Αλήθεια γιατί μερικές αναμνήσεις αρνούνται να γίνουν παρελθόν;
Γιατί ίσως τα όνειρα που έκανα παιδί δεν έχουν ταφεί ακόμα.